Στοιχεία – σοκ: Ο ένας στους δύο Έλληνες είναι υπέρβαρος

0

Στοιχεία-σοκ προκύπτουν από την έρευνα για την υγεία που διηνήργησε η Ελληνική Στατιστική Αρχή. Ένας στους δύο άνδρες (47,6%) είναι υπέρβαρος ενώ η αναλογία υπέρβαρων γυναικών είναι τρεις στις δέκα (31,9%).


Από την Ελληνική Στατιστική Αρχή ανακοινώνονται στοιχεία για την υγεία του πληθυσµού και συγκεκριµένα για τους παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία (διατροφή, κάπνισµα, άσκηση κλπ.). Τα στοιχεία προέρχονται από τη δειγµατοληπτική Έρευνα Υγείας έτους 2014. Με την έρευνα, η οποία διενεργείται κάθε
πέντε έτη, συγκεντρώνονται αναλυτικές πληροφορίες για την υγεία του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω, ανάλογα µε τα δηµογραφικά χαρακτηριστικά (φύλο και ηλικία), την εκπαίδευση και την ασχολία.

Ειδικότερα, διερευνώνται θέµατα που αφορούν στην κατάσταση υγείας, την χρήση υπηρεσιών υγείας, τους παράγοντες που επηρεάζουν –θετικά ή αρνητικά– την κατάσταση της υγείας, όπως είναι η φυσική άσκηση, η κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, το κάπνισµα, η κατανάλωση αλκοόλ, καθώς και η λήψη και παροχή κοινωνικής στήριξης και βοήθειας.

Η έρευνα πραγµατοποιήθηκε για πρώτη φορά στη Χώρα µας το 2009 και είναι πλήρως εναρµονισµένη µε αυτές των υπόλοιπων κρατών µελών της ΕΕ που διενεργούν την έρευνα.

To 2014, η έρευνα διενεργήθηκε σε τελικό δείγµα 8.223 ιδιωτικών νοικοκυριών και σε ισάριθµα µέλη αυτών, σε ολόκληρη την Ελλάδα. Σε κάθε νοικοκυριό του δείγµατος ερευνήθηκε ένα τυχαία επιλεγµένο άτοµο ηλικίας 15 ετών και άνω.

Η επόµενη έρευνα υγείας θα διενεργηθεί το έτος 2019.

ΣΩΜΑΤΙΚΗ ∆ΙΑΠΛΑΣΗ
Ο ∆είκτης Μάζας Σώµατος (∆ΜΣ) θεωρείται ως ο πιο ενδεδειγµένος τρόπος για τη µέτρηση της παχυσαρκίας του πληθυσµού. Είναι ένα ευρέως διαδεδοµένο διαγνωστικό εργαλείο των πιθανών προβληµάτων υγείας ενός ατόµου σε σχέση µε το βάρος του και υπολογίζεται διαιρώντας το βάρος (σε κιλά) µε το τετράγωνο του ύψους (σε µέτρα).

Στο σύνολο του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω που δήλωσε και το ύψος και το βάρος του:

  • Τo 2,2% είναι ελλιποβαρείς (∆ΜΣ < 18,5),
  • Τo 41,5% είναι φυσιολογικού βάρους (∆ΜΣ: 18,5 – 24,9),
  • Τo 39,4% είναι υπέρβαροι (∆ΜΣ: 25 – 29,9),
  • Τo 16,9% είναι παχύσαρκοι (∆ΜΣ ≥ 30).

Ένας στους δύο άνδρες (47,6%) είναι υπέρβαρος ενώ η αναλογία υπέρβαρων γυναικών είναι τρεις
στις δέκα (31,9%).

Σε σχέση µε τα αποτελέσµατα της έρευνας έτους 2009, καταγράφεται σταθερότητα στα ποσοστά του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω που είναι φυσιολογικού βάρους (-2,1%), υπέρβαροι (+2,3%) και παχύσαρκοι (-2,3%) ενώ παρατηρείται αύξηση 22,2% στο ποσοστό των ελλιποβαρών.
Το µεγαλύτερο ποσοστό υπέρβαρων ανδρών και γυναικών αφορά στην ηλικιακή οµάδα 75 ετών
και άνω (55,6% για τους άνδρες και 45,4% για τις γυναίκες).

Το µεγαλύτερο ποσοστό πληθυσµού µε φυσιολογικό βάρος καταγράφεται, για άνδρες και γυναίκες,
στην ηλικιακή οµάδα 15-24 ετών (63,4% και 77,5%, αντίστοιχα).

3 στους 10 (33,4%) άνδρες, καθώς και 1 στις 10 (10,1%) γυναίκες στην ηλικιακή οµάδα 15-24 ετών
είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι.

ΣΩΜΑΤΙΚΗ ∆ΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ

Με την έρευνα καταγράφονται πληροφορίες αναφορικά µε τη σωµατική δραστηριότητα και άσκηση. Ως σωµατική δραστηριότητα θεωρούνται οι πάσης φύσεως δραστηριότητες ενός ανθρώπου, στο σπίτι, στην εργασία του, κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου του, στις ώρες αναψυχής, στα σπορ ή
ακόµα και κατά τη µετακίνησή του.

Με κριτήριο την κύρια εργασία ή την καθηµερινή ασχολία (για όσους δεν εργάζονται), από την έρευνα προκύπτει ότι :

  • Το 51,7% κυρίως κάθονται ή στέκονται ή κάνουν εργασίες που απαιτούν ελαφριά σωµατική προσπάθεια
  • Το 11,5% κυρίως περπατούν ή κάνουν εργασίες που απαιτούν µέτρια σωµατική προσπάθεια. Το 28,1% κυρίως κάνουν βαριές εργασίες που απαιτούν έντονη σωµατική προσπάθεια και το 8,7% δεν κάνουν κάτι (π.χ. ανάπηροι, ασθενείς, χωρίς ασχολία)

Ως παραδείγµατα εργασιών στις οποίες κάποιος είναι κυρίως όρθιος και οι οποίες δεν απαιτούν ιδιαίτερη σωµατική προσπάθεια αναφέρονται η διδασκαλία, οι πωλήσεις προϊόντων, η ρύθµιση οδικής κυκλοφορίας, οι εργασίες κοµµωτηρίων και κουρείων κ.ά.
• 5 στους 10 (51,7%) κυρίως περπατούν ή κάνουν εργασίες που απαιτούν µέτρια σωµατική προσπάθεια. Ως εργασίες / ασχολίες στις οποίες κάποιος κυρίως περπατάει αναφέρονται: η παράδοση επιστολών ή µικρών δεµάτων, οι µεταφορές ελαφριών φορτίων, το πότισµα κήπου ή γρασιδιού κλπ., ενώ ως εργασίες / ασχολίες που απαιτούν µέτρια σωµατική προσπάθεια: οι ηλεκτρολογικές εργασίες, οι υδραυλικές εργασίες, η επισκευή αυτοκινήτων, οι µηχανολογικές εργασίες, το βάψιµο κατοικίας, η φροντίδα άλλων ατόµων, οι οικιακές εργασίες όπως καθάρισµα, σκούπισµα, ψώνια, παιγνίδια και η απασχόληση µε τα παιδιά κλπ.
• 1 στους 10 (11,5%) κάνει βαριές εργασίες που απαιτούν έντονη σωµατική προσπάθεια. Ως έντονη σωµατική δραστηριότητα ορίζεται η δραστηριότητα που απαιτεί σκληρή σωµατική προσπάθεια και η οποία, συνήθως, προκαλεί γρήγορη αναπνοή και σηµαντική αύξηση στους καρδιακούς παλµούς.
• 3 στους 10 (28,1%) ηλικίας 15 ετών και άνω, κυρίως κάθονται ή στέκονται και γενικά έχουν ασχολίες που απαιτούν ελαφρά σωµατική προσπάθεια. Ως παραδείγµατα εργασιών στις οποίες κάποιος κυρίως κάθεται αναφέρονται οι εργασίες γραφείου, το διάβασµα, η µελέτη, το γράψιµο, η εργασία σε τηλεφωνικό κέντρο, το ράψιµο, η σχεδίαση, η χρήση Η/Υ, η οδήγηση αυτοκινήτου.
Ειδικότερα, για τον πληθυσµό ηλικίας 15 έως 18 ετών περισσότεροι από 7 στους 10 (72,8%) έχουν φυσιολογικό βάρος.

• Τέλος, περίπου 1 στους 10 (8,7%) ανήκει στην κατηγορία όσων δεν έχουν καµία ασχολία είτε γιατί είναι µεγάλης ηλικίας είτε γιατί αντιµετωπίζουν προβλήµατα υγείας, είναι ανάπηροι κλπ. Το περπάτηµα έχει συσχετιστεί µε ευεργετικά αποτελέσµατα στην υγεία, συνιστάται δε για πολλές παθήσεις, όπως ο διαβήτης, η υψηλή αρτηριακή πίεση, οι καρδιακές παθήσεις, το εγκεφαλικό και η
παχυσαρκία.

Με την έρευνα καταγράφονται πληροφορίες για τον τρόπο µετακίνησης του ερευνωµένου, καθηµερινά, προς και από την εργασία, το σχολείο, την αγορά / σούπερ µάρκετ κλπ. Συγκεκριµένα, καταγράφεται ο αριθµός των ηµερών στη διάρκεια µιας συνηθισµένης εβδοµάδας (από ∆ευτέρα έως Κυριακή) που ο ερευνώµενος περπατάει, για τουλάχιστον 10 λεπτά συνεχόµενα, χωρίς διακοπή, για να µετακινηθεί. Το περπάτηµα κατά τη διάρκεια της κύριας εργασίας / ασχολίας δε συνυπολογίζεται όπως, επίσης, και το περπάτηµα για ευχαρίστηση ή αναψυχή ή κατόπιν σύστασης από γιατρό ή άλλο επαγγελµατία υγείας (δραστηριότητα η οποία καταγράφεται ξεχωριστά).
• 2 στους 10 (19,0%) ηλικίας 15 ετών και άνω δεν περπατούν για να µετακινηθούν (για τουλάχιστον 10 λεπτά συνεχόµενα).
• Περισσότεροι από 4 στους 10 (42,5%) περπατούν καθηµερινά, τουλάχιστον, 10 λεπτά συνεχόµενα για να µετακινηθούν.

ΥΓΙΕΙΝΗ ∆ΙΑΤΡΟΦΗ: ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΦΡΟΥΤΩΝ-ΛΑΧΑΝΙΚΩΝ-ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΚΡΕΑΤΟΣ

Πληροφορίες για την κατανάλωση φρούτων, λαχανικών, σαλατών και κόκκινου κρέατος συλλέγονται από την έρευνα. Η υγιεινή διατροφή αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες πρόληψης αρκετών χρόνιων παθήσεων. Ειδική περίπτωση της υγιεινής διατροφής και παράγοντα πρόληψης παθήσεων
αποτελεί και ο θηλασµός, στοιχεία για τον οποίο επίσης συλλέγονται µε την έρευνα.

Αναφορικά µε την κατανάλωση φρούτων ή φυσικών χυµών φρούτων διευκρινίζεται ότι µε την έρευνα καταγράφηκε η συχνότητα κατανάλωσης φρούτων (φρέσκων, κονσερβοποιηµένων, αποξηραµένων ή και κατεψυγµένων) ή φρέσκων φυσικών χυµών φρούτων, στη διάρκεια µίας τυπικής εβδοµάδας, οπουδήποτε (στο σπίτι, στο εστιατόριο, στο καφέ κλπ.). Τα φρούτα µπορεί να είναι κοµµένα σε µικρά κοµµάτια (όπως π.χ. στις κονσέρβες) ή πολτοποιηµένα, ενώ περιλαµβάνονται µόνον χυµοί στυµµένοι από φρέσκα φρούτα και εξαιρούνται οι συµπυκνωµένοι χυµοί, οι χυµοί που προέρχονται από επεξεργασµένα φρούτα ή οι χυµοί που τους έχουν προστεθεί γλυκαντικές ουσίες.

• Ποσοστό 54,6% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω καταναλώνει καθηµερινά φρούτα ή φυσικούς χυµούς φρούτων, ενώ ποσοστό 1,2% δεν καταναλώνει καθόλου.

Σε σχέση µε τα αποτελέσµατα της έρευνας έτους 2009, καταγράφεται µείωση 53,8% του πληθυσµού που δεν καταναλώνει ποτέ φρούτα ή φυσικούς χυµούς φρούτων (2014:1,2%, 2009:2,6%), καθώς και µείωση 10,0% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω που καταναλώνει καθηµερινά (2014: 54,6%, 2009:60,7%).

Οι αντίστοιχες µειώσεις στην καθηµερινή κατανάλωση φρούτων ή φυσικών χυµών φρούτων, ανάµεσα στα έτη 2009 και 2014, κατά φύλο, είναι 14,6% στους άνδρες και 6,1% στις γυναίκες.

Μικρές διαφοροποιήσεις παρατηρούνται στην κατανάλωση φρούτων ως προς το φύλο.
• 6 στις 10 (58,5%) γυναίκες ηλικίας 15 ετών και άνω και
• Περισσότεροι από 8 στους 10 (82,6%) υπέρ- υπέρβαρους και παχύσαρκους δεν κάνουν καθόλου αθλητισµό, γυµναστική ή άσκηση για ψυχαγωγία.
• 5 στους 10 (50,3%) άνδρες ηλικίας 15 ετών και άνω καταναλώνουν καθηµερινά φρούτα ή φυσικούς χυµούς φρούτων.
Όσον αφορά στις µερίδες φρούτων ή φυσικών χυµών φρούτων που καταναλώνονται καθηµερινά:
• Περισσότεροι από 4 στους 10 (44,1%) ηλικίας 15 ετών και άνω καταναλώνουν µία µερίδα ηµερησίως
και
• 4 στους 10 (37,1%) καταναλώνουν δύο µερίδες ηµερησίως.

ΚΑΠΝΙΣΜΑ
Το κάπνισµα είναι επιβαρυντικός παράγοντας για την υγεία και έχει ενοχοποιηθεί για διάφορες ασθένειες. Για τον λόγο αυτό, έχουν αναπτυχθεί πολιτικές περιορισµού της κατανάλωσης καπνού και συγχρόνως έχουν τεθεί κανόνες απαγόρευσης του καπνίσµατος σε δηµόσιους χώρους και χώρους εργασίας,
προκειµένου να µειωθούν και οι παθητικοί καπνιστές.

Με την έρευνα συλλέγονται πληροφορίες αναφορικά µε τις καπνιστικές συνήθειες του πληθυσµού και την έκθεση στον καπνό τσιγάρου στην κατοικία, στην εργασία, αλλά και σε δηµόσιους χώρους.
Καταγράφονται οι συστηµατικοί καπνιστές και διερευνάται κατά πόσον εφαρµόζονται τα υφιστάµενα µέτρα απαγόρευσης του καπνίσµατος στην εργασία και άλλους δηµόσιους χώρους.

• 3 στους 10 (27,3%) ηλικίας 15 ετών και άνω καπνίζουν καθηµερινά και
• 1 στους 20 (5,2%) καπνίζει περιστασιακά.
• 7 στους 10 (67,5%) δεν καπνίζουν. Από αυτούς το 51,7% δεν έχει καπνίσει ποτέ ενώ το 15,8% κάπνιζε στο παρελθόν και το έχει διακόψει για περισσότερους από 6 µήνες.

Σε σχέση µε τα αποτελέσµατα της έρευνας έτους 2009, µείωση 14,4% καταγράφεται στο ποσοστό των καθηµερινών καπνιστών (2009: 31,9%, 2014: 27,3%) και σχεδόν ισόποση αύξηση (13,3%) στο ποσοστό όσων καπνίζουν περιστασιακά (2009: 6,0%, 2014: 5,2%) (Βλ. Πίνακα 6).

∆ιαφοροποιήσεις παρατηρούνται ως προς το φύλο στα ποσοστά του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω που καπνίζουν.

Καπνίζουν, καθηµερινά ή περιστασιακά:
• 4 στους 10 (39,0%) άνδρες ηλικίας 15 ετών και άνω και
• περίπου 3 στις 10 (26,5%) γυναίκες ηλικίας 15 ετών και άνω.

Comments are closed.