Συγκλονιστική μαρτυρία πρόσφυγα: Στην Ελλάδα μας υποδέχτηκαν σαν να ήμασταν δολοφόνοι

0

Την περιπέτεια ενός πρόσφυγα που έφτασε στην Ελλάδα αναζητώντας ασφάλεια και μια καλύτερη ζωή μας αφηγείται η ιστοσελίδα «Humans of New York».

Σύμφωνα με όσα εξομολογείται ο πρόσφυγας, κάποια στιγμή έφτασαν στη Σαμοθράκη. Ήταν τόσο ευγνώμονες που τα κατάφεραν. Νόμιζαν ότι είχαν βρει την ασφάλεια που ζητούσαν. Αρχίσαν να περπατούν προς το αστυνομικό τμήμα για να εγγραφούν ως πρόσφυγες.

Ζήτησαν από έναν άνθρωπο που βρήκαν στον δρόμο να καλέσει την αστυνομία. Ο ένας από αυτούς είπε στους άλλους πρόσφυγες να του επιτρέψουν να μιλήσει γι “αυτούς, επειδή ήξερε αγγλικά.

Ξαφνικά δύο τζιπ της αστυνομίας ήρθαν με ταχύτητα πάνω τους και σταμάτησαν απότομα. Τους συμπεριφέρθηκαν σαν να ήταν δολοφόνοι…

Τους σημάδεψαν με τα όπλα τους και φώναξαν: «Ψηλά τα χέρια».

Ο ένας από τους πρόσφυγες τους είπε: «Σας παρακαλώ, απλά ξεφύγαμε από τον πόλεμο, δεν είμαστε εγκληματίες!»

Είπαν: «Σκάσε, Malaka!»

«Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη λέξη: » Malaka, Malaka, Malaka»», αναφέρει ο πρόσφυγας.

Και συνεχίζει:

«Ήταν το μόνο που μας έλεγαν. Μας έριξαν στη φυλακή. Τα ρούχα μας ήταν βρεγμένα και δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε να τρέμουμε. Δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε. Εξακολουθώ να αισθάνομαι αυτό το κρύο στα κόκαλά μου. Για τρεις μέρες δεν είχαμε φαγητό ή νερό.

Είπα στην αστυνομία: «Δεν χρειαζόμαστε τροφή, αλλά σας παρακαλώ δώστε μας νερό».

Παρακάλεσα τον διοικητή να μας αφήσει να πιούμε. Και πάλι μου είπε: «Σκάσε, Malaka!»

Θα θυμάμαι το πρόσωπο αυτού του ανθρώπου για το υπόλοιπο της ζωής μου. Είχε ένα κενό ανάμεσα στα δόντια του, και μας έφτυνε όταν μας μιλούσε».

Επέλεξε να παρακολουθεί επτά ανθρώπους να υποφέρουν από δίψα για τρεις ολόκληρες μέρες, ενώ τον παρακαλούσαμε για νερό.

Σωθήκαμε όταν τελικά μας έβαλαν σε μια βάρκα και μας έστειλαν σε ένα στρατόπεδο στην ηπειρωτική χώρα.

Για δώδεκα ημέρες μείναμε εκεί πριν περπατήσουμε προς τα βόρεια. Περπατήσαμε για τρεις εβδομάδες. Δεν έφαγα τίποτα, εκτός από φύλλα. Σαν ένα ζώο. Ήπιαμε νερό από βρώμικα ποτάμια. Τα πόδια μου πρήστηκαν τόσο πολύ που αναγκάστηκα να βγάλω τα παπούτσια μου. Όταν φτάσαμε στα σύνορα, ένας Αλβανός αστυνομικός μας βρήκε και ρώτησε αν ήμασταν πρόσφυγες.

Όταν του είπαμε «ναι», προσφέρθηκε να μας βοηθήσει. Μας είπε να κρυφτούμε στο δάσος μέχρι το σούρουπο. Δεν τον εμπιστευόμουν, αλλά ήμουν πολύ κουρασμένος για να τρέξω. Όταν έφτασε το βράδυ, μας φόρτωσε στο αυτοκίνητό του. Στη συνέχεια, μας οδήγησε στο σπίτι του, όπου μείναμε για μία εβδομάδα. Μας αγόρασε καινούρια ρούχα. Μας έδινε φαγητό κάθε βράδυ. Μου είπε: «Μην ντρέπεσαι. Έχω ζήσει κι εγώ τον πόλεμο. Τώρα είστε η οικογένειά μου και αυτό είναι το σπίτι σας».

 

Mετάφραση: thetoc.gr

Comments are closed.