Πούλιτζερ: Ο πατέρας του «κίτρινου Τύπου» που έφερε επαναστάση στη δημοσιογραφία

0

Ήταν 10 Απριλίου του 1847, πριν από 169 χρόνια, σε ένα μικρό χωριό της Ουγγαρίας, το Μάκο, όταν ο Φούλοπ Πούλιτζερ και η σύζυγός του Ελίζ απέκτησαν ένα αγόρι, τον Τζόζεφ.

Ο Τζόζεφ Πούλιτζερ θα μεγαλώσει για να γίνει ένας από τους σπουδαιότερους δημοσιογράφους στην ιστορία του επαγγέλματος, δημιουργώντας αυτό που σήμερα γνωρίζουμε ως «κίτρινο τύπο» και εμπνέοντας το διάσημο βραβείο Πούλιτζερ που θεσπίστηκε προς τιμήν του, μετά τον θάνατό του το 1911.

Ο πάτερας του, Φούλοπ, ήταν ένας εύπορος Ουγγροεβραίος μεγαλέμπορος σιτηρών, ενώ η γερμανικής καταγωγής μητέρα του Ελίζ, το γένος Μπέργκερ, ήταν Χριστιανή καθολική και μαζί απέκτησαν μια μεγάλη οικογένεια, από την οποία όμως μόνο ο Τζόζεφ και ο μικρότερος του αδερφός Άλμπερτ θα επιβιώσουν μέχρι την ενηλικίωση τους.

pulitzer10

Η οικογένεια θα μετακομίσει το 1853 στην Βουδαπέστη, όταν και ο πατέρας θα αποσυρθεί από την εμπορία σιτηρών. Εκεί τα παιδιά της οικογένειας θα σταλούν σε ιδιωτικό σχολείο, ενώ θα διδαχθούν επίσης Γαλλικά και Γερμανικά.

Όταν ο Τζόζεφ γίνεται 11 ετών, ο πατέρας του πεθαίνει, η οικογένεια χρεοκοπεί και η Ελιζ ξαναπαντρεύεται με έναν πλούσιο επιχειρηματία. Ο έφηβος πια Τζόζεφ θα αναζητήσει την τύχη του προσπαθώντας να ενταχθεί σε διάφορους μισθοφορικούς στρατούς στην Ευρώπη, από τους οποίους όμως δεν γίνεται δεκτός λόγω της κακής κατάστασης της υγείας του. Ο Τζόζεφ αντιμετώπιζε από πολύ μικρός σοβαρά προβλήματα όρασης και μια εύθραυστη φυσική κατάσταση.

Βρισκόμενος στο Αμβούργο, ο Τζόζεφ μαθαίνει για τον Αμερικανικό Στρατό και αποφασίζει να καταταγεί σε αυτόν και να πάρει μέρος στον εμφύλιο πόλεμο που μαίνεται στην χώρα, στο πλευρό της Ένωσης. Έχοντας μόλις 76 σεντς στην τσέπη του, σε ηλικία 17 ετών, χωρίς να γνωρίζει λέξη Αγγλικά, μετακομίζει στην Αμερική, φτάνοντας τον Αύγουστο 1864 στο λιμάνι της Βοστώνης.

Μετά την απόλυση του από το Ιππικό του Λίνκολν καταφεύγει στην Νέα Υόρκη όπου προσπαθεί μέσα σε έναν ανηλεή ανταγωνισμό να βρει δουλειά, κάτι στο οποίο και αποτυγχάνει.

Το 1865, απογοητευμένος, φεύγει από τη Νέα Υόρκη κατευθυνόμενος προς το Mιζούρι. Φτάνει στο ανατολικό Σεντ Λούις, στις 10 Οκτωβρίου του 1865 και όντας απένταρος, συμφωνεί να φτυαρίζει κάρβουνα στο πλοίο για να πληρώσει το εισιτήριό του.

pulitzer11

Εκεί ο νεαρός Πούλιτζερ θα κάνει διάφορες δουλειές. Εκτός από ναύτης, γίνεται οδηγός, νεκροθάφτης (κατά την επιδημία χολέρας το 1866) και σερβιτόρος στο εστιατόριο. Επίσης θα εργαστεί στους στάβλους των στρατώνων Τζέφρεσον φροντίζοντας μουλάρια, καθώς και στην «Atlantic and Pacific Railroad», καταγράφοντας τα δικαιώματα γης, πάνω σε ένα άλογο ταξιδεύοντας σε όλο το Μιζούρι.

Στα 31 του ο Τζόζεφ Πούλιτζερ έχοντας κάνει ένα αρχικό πέρασμα από την γερμανόφωνη καθημερινή εφημερίδα της πόλης, την «Westliche Post», όπου και πρωτοεργάστηκε ως δημοσιογράφος το 1868 -και έχοντας αγοράσει την «Post» το 1872 για 3.000 δολάρια και το 1878 την «St. Louis Dispatch» για 2.700 δολάρια- δημιουργεί την «St. Louis Post-Dispatch», συγχωνεύοντας τους δυο τίτλους, η οποία παραμένει μέχρι σήμερα η καθημερινή εφημερίδα του Σεντ Λούις.

Από εκείνη την ημέρα ο Πούλιτζερ θα κατακτήσει τον κόσμο της έντυπης δημοσιογραφίας, δημιουργώντας αυτό που σήμερα είναι γνωστό ως «κίτρινη δημοσιογραφία», υπηρετώντας όπως κανείς άλλος ως τότε το «μαχητικό ρεπορτάζ».

pulitzer13

Ο Πούλιτζερ εργάστηκε με πάθος και επιτέθηκε σε ό,τι κακό είχε να επιδείξει το Σεντ Λούις. Εξέθεσε φοροφυγάδες και τζογαδόρους, αποκάλυψε ασφαλιστικές απάτες, έγραψε για τα μονοπώλια, τους τραπεζίτες και για τη διαφθορά των αρχόντων της πόλης. Θεώρησε την εφημερίδα του ένα όχημα για την αλήθεια και έκανε πολλούς εχθρούς στα χρόνια της δημοσιογραφίας του.

Το 1883, ο Πούλιτζερ αγοράζει την «New York World», για 346.000 δολάρια από τον Τζέι Γκουλντ, μια εφημερίδα που έχανε ετησίως 40.000 δολάρια. Ο Πούλιτζερ άλλαξε αμέσως την κατεύθυνση της προς ιστορίες που ενδιέφεραν τους ανθρώπους, γεμάτες σκάνδαλα και «κιτρινισμό».

Το 1885 προσλαμβάνει τον Ρίτσαρντ Φ. Άουτκολτ για να σχεδιάζει καρτούν βασισμένα στις ζωές των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων, με πιο δημοφιλές το «The Yellow Kid» και η κυκλοφορία αμέσως εκτινάσσεται στα 600.000 φύλλα – από 15.000 που ήταν όταν την αγόρασε- καθιστώντας την την μεγαλύτερη εφημερίδα στη χώρα. Το 1887 προσλαμβάνει την διάσημη ρεπόρτερ της ερευνητικής δημοσιογραφίας Νέλλι Μπλάι, εμπλουτίζοντας την ύλη της.

Εκτός από την δημοσιογραφία ο Τζόζεφ ασχολείται με πάθος και με την πολίτικη. Από τα πρώτα κιόλας χρόνια που φτάνει στην Αμερική ο Πούλιτζερ γίνεται μέλος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και εκλέχτηκε στο Πολιτειακό Νομοθετικό Σώμα του Μισούρι το 1869, Πολύ σύντομα ο Πούλιτζερ εγκατέλειψε του ρεπουμπλικάνους και τάχθηκε με τους Δημοκρατικούς.
Μια μέρα, ο Έντγουαρντ Αγκουστίν, ένας λομπίστας που διαφώνησε με Πούλιτζερ, τον αποκάλεσε δημοσίως «ψεύτης», με τον Πούλιτζερ να αποχωρεί από την αίθουσα και να επιστρέφει δέκα λεπτά αργότερα, κραδαίνοντας ένα πιστόλι με το οποίο τον πυροβόλησε δύο φορές. Μία από τις σφαίρες βρίσκει στο πόδι τον λομπίστα, με αποτέλεσμα ο Πούλιτζερ να διωχθεί, να πληρώσει 100 δολάρια πρόστιμο για το παράπτωμα, ακόμη 300 για την αποζημίωση του δικαστή και χάνοντας μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας στο νομοθετικό σώμα.

Το 1885 εξελέγη στο Αμερικανικό Σώμα Αντιπροσώπων και γίνεται γερουσιαστής της Νέας Υόρκης, ωστόσο η δυσκολία το να ταξιδεύει ως την Ουάσιγκτον, τον αναγκάζει να εγκαταλείψει την έδρα του στις 10 Απριλίου του 1886.
Από τη δεκαετία του 1890, ο Πούλιτζερ έχει σχεδόν τυφλωθεί, και τα νεύρα του είναι εύθραυστα. Εντούτοις, χτίζει ένα δεκαεξαόροφο κτίριο για να στεγάσει τη «World., το ψηλότερο κτίριο στη Νέα Υόρκη εκείνη την περίοδο και συνεχίζει να πολεμά το έγκλημα και τη διαφθορά, ενώ επικρίνει ιδιαίτερα τους έχοντες μεσα απο τα άρθρα της εφημερίδας του.

pulitzer16

Η «World», γίνεται γνωστή για την ερευνητική δημοσιογραφία και το καταγγελτικό της ρεπορτάζ, ενώ παράλληλα, συγκεντρώνει αρκετά χρήματα για να πληρώσει το βάθρο πάνω στο οποίο στήθηκε το Άγαλμα της Ελευθερίας στο λιμάνι της Νέας Υόρκης.

Ο Πούλιτζερ επιδόθηκε σε μια «σταυροφορία» κατά της κυβερνητικής και επιχειρηματικής διαφθοράς, κάνοντας τη μαχόμενη δημοσιογραφία την αιχμή του δόρατος των εντύπων του. Ταυτόχρονα, υιοθετεί καινοτομίες που σήμερα αποτελούν κοινό τόπο. «Πικάντικα» θέματα, ένθετα και αφιερώματα, αθρόα χρήση φωτογραφιών και εικονογραφήσεων και τόσα και τόσα ακόμα δημοσιογραφικά και προωθητικά τρικ, όπως οι φιλανθρωπικοί σκοποί.

Την τριετία 1896-1898, ο Πούλιτζερ και ο μεγάλος του αντίπαλος Γουίλιαμ Χέρστ, εκδότης της «Journal», διεξάγουν έναν αδυσώπητο «πόλεμο» χωρίς όρια και φραγμούς. Ο Χέρστ μάλιστα στην προσπάθεια του να πάρει τους εβραίους αναγνώστες της Νέας Υόρκης με το μέρος του, κατηγορεί τον Πούλιτζερ ότι «πρόδωσε» την θρησκεία του, καθώς λόγω της μητέρας του είχε βαφτιστεί χριστιανός.

Το 1909, η «The World» ξεσκεπάζει ένα τεράστιο σκάνδαλο ύποπτων πληρωμών που άγγιζαν τα 40 εκατ. δολάρια από την αμερικανική κυβέρνηση προς την γαλλική εταιρεία που διαχειριζόταν τη Διώρυγα του Παναμά. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ αντεπιτέθηκε στον εκδότη κατηγορώντας τον για δυσφήμιση του προέδρου Ρούσβελτ και του τραπεζίτη J.P. Morgan, κατηγορίες για τις οποίες θα αθωωθεί από την δικαιοσύνη.

Έκτος από την δημοσιογραφική του καριέρα, ο Πούλιτζερ είναι σήμερα γνωστός και για τα διάσημα, ομώνυμα βραβεία για δημοσιογράφους, τα περίφημα Πούλιτζερ. Το 1892 ο Πούλιτζερ προσέφερε στον πρόεδρο του Πανεπιστημίου Κολούμπια, χρήματα για τη δημιουργία της πρώτης παγκοσμίως σχολής δημοσιογραφίας. Το πανεπιστήμιο αρχικά απέρριψε τα χρήματα, προφανώς επηρεασμένοι από τον χαρακτήρα του Πούλιτζερ.

Τελικά κάνουν δεκτή την προσφορά του, το 1912, μετά τον θάνατο του, δημιουργώντας με τα δυο εκατομμύρια δολάρια που έχει αφήσει στην διαθήκη του για αυτόν τον σκοπό την Μεταπτυχιακή Σχολή Δημοσιογραφία του Πανεπιστημίου Κολούμπια, αλλά μέχρι τότε η πρώτη σχολή δημοσιογραφίας έχει ήδη δημιουργηθεί στο Πανεπιστήμιο του Μισούρι. Η Μεταπτυχιακή Σχολή Δημοσιογραφίας του Κολούμπια παραμένει μία από τις πιο περίβλεπτες σχολές παγκοσμίως.

Το 1917 θεσπίζονται προς τιμήν του το βραβείο Πούλιτζερ

Ο Πούλιτζερ παντρεύτηκε την αγαπημένη του Κέιτ Ντέιβις στις 19 Ιουνίου του 1878, στην Επισκοπική Εκκλησία των Θεοφανίων στην Ουάσιγκτον και απέκτησε μαζί της επτά παιδιά.

Πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια στο κατάστρωμα του γιοτ του, το οποίο και χρησιμοποιούσε συχνά ως «καταφύγιο», στις 29 Οκτωβρίου του 1911, σε ηλικία 64 ετών και κηδεύτηκε στο νεκροταφείο Γούντλον του Μπρονξ.

Comments are closed.